• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
long lasting,
long-lasting
adj
(enduring)ανθεκτικός, μακροχρόνιος, μεγάλης διάρκειας επίθ
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun
 The effects of the storm have been long-lasting.
long lasting,
long-lasting
adj
(durable)διαρκείας ουσ θηλ
  ανθεκτικός επίθ
  που θα κρατήσει περίφρ
 (λύση, σχέδιο)μακροπρόθεσμος επίθ
 We need to find a long-lasting solution.
 The coating on the car will ensure that the paint job is long lasting.
 Η τελευταία στρώση στο αυτοκίνητο θα εξασφαλίσει ότι το βάψιμο θα είναι διαρκείας.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'long lasting' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση long lasting στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «long lasting».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!